ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

ΠΟΙΗΣΗ

ΕΝΘΕΤΟ

ΚΑΤΟΠΙΝ ΣΚΕΨΗΣ

ΠΟΙΗΣΗ

Advertise Space

ΑΝΑΛΟΓΙΟ

ΕΙΚΟΝΑ

ΗΧΟΣ

Προσφατες Αναρτησεις

Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017


     Τρέφω μια απέχθεια για τους ομοφυλόφιλους που συμπεριφέρονται σαν γυναίκες. Αυτή η αποστροφή δεν είναι καν αναμεμειγμένη με μια δόση οίκτου ή μια στάλα διασκέδασης˙ είναι ένα σαφές συναίσθημα του τώρα-πρέπει-να-ξεράσω. Το παραδέχομαι, υπάρχουν χειρότερα πράγματα, όπως γυναίκες που συμπεριφέρονται σαν άντρες. Αλλά ακόμη και η προηγούμενη κακή χρήση του σώματος έχει καλές πιθανότητες γι' αυτό. Βασίζεται σε μια παρεξήγηση. Είναι μια προδοσία στην οσμή της φωλιάς σου – αν μπορώ να το θέσω έτσι.

     Ένας ομοφυλόφιλος άνδρας που κουνώντας τους γοφούς και ανοιγοκλείνει τις ψεύτικες βλεφαρίδες του εμφανίζεται στην είσοδο ενός μπαρ για να δώσει εκεί, με την ελπίδα να τραβήξει την προσοχή, στην καλύτερη περίπτωση τη μίμηση μιας ξελογιάστρας, με κιτρινωπό το άσπρο του ματιού αλληθωρίζοντας εκστατικά σε φανταστικούς παραδείσους, είναι η στιγμή κατά την οποία ο χειμώνας της σκυθρωπότητάς μου πλακώνει εκκωφαντικά. Όποτε βλέπω έναν ομοφυλόφιλο με ανασηκωμένο ένα κρεμασμένο χέρι που κυματίζει να διασχίζει το δρόμο, συνειδητοποιώ ότι πράγματι έχω μέσα μου την προαιώνια κραυγή, το με τυμπανοκρουσίες πάθος για δολοφονία. Αδελφές με την κοινότυπη χροιά, αφήνοντας ανόητους αναστεναγμούς με ένα αέρα λες και αφήνουν την καυτή ανάσα του αγγέλου του ολέθρου, το μίσος ορμά αναστατωμένο με πίεση προς τα πάνω από τα παπούτσια μου στο φλεβικό μου σύστημα. Ένα αβγό μελάτο που βελούδινα εξαρθρώνει τον λαιμό του, σαν μια μαριονέτα ντυμένη με κουρέλια, με κάνει να γίνομαι μια χύτρα ταχύτητος από την οργή μου. Αγαπώ τον κίναιδο που με πλησιάζει σαν άντρας.

     Είναι ακατανόητο για εμένα ότι κάποιος που λέει ότι αγαπάει άντρες σπαταλά έτσι επιπόλαια τη δική του ανδροπρέπεια. Μπορεί να ευχαριστεί πεσμένος στα γυμνά του γόνατα το Θεό που δεν ήρθε στον κόσμο ως γυναίκα και όμως προσπαθεί να συμπεριφερθεί σαν μια αλλόκοτη υπερβολή της. Όποιος αγαπά τους άνδρες οφείλει, αν είναι κάτι παραπάνω από ένα όργανο αναπαραγωγής, να αισθάνεται επίσης ότι προσελκύεται από το βασίλειο των ανδρών. Είναι οικείος με την οσμή και τον ιδρώτα τους. Νιώθει άνετα με τον τρόπο ομιλίας τους. Κατανοεί τους τρόπους συμπεριφοράς τους. Τρέφει μια αδυναμία για τις ελλείψεις και τις ανικανότητες τους.
     Το μεγαλύτερο προνόμιο είναι ότι κατέχει ο ίδιος όλες αυτές τις ιδιότητες. Κάθεται εκεί σαν να είναι απ' έξω. Αντί γι' αυτό θα γελάσει νευρικά, θα συζητήσει και θα καυγαδίσει για ασήμαντα πράγματα, θα κοιτά επικριτικά και θα πουδράρεται με την ελπίδα ότι με αυτήν την επίδειξη καλλωπισμού θα ελκύσει κάποιον άνδρα.

     Ολόκληρη η λατρεία του σκληρού άντρα δεν είναι παρά μια παραλλαγή του. Βλέπεις συχνά μέσα από τα δερμάτινα παντελόνια τις καλτσοδέτες. Αδικημένος θρήνος γουργουρίζει ανάμεσα στο μουστάκι και το μούσι. Χειραφετημένη σοφία από κουτιά συσκευασίας τροφίμων και λεσβιακός φανατισμός συρίζει προς τα πάνω από το δασύ στήθος. Το σκληρό αγόρι κλαίει στον πλατύ ώμο του σκληρού αγοριού. Υπάρχουν ρόπαλα, αλυσίδες, πόρπες και ρούχα από αλογότριχες αλλά το παντελόνι δεν έχει βγει καλά-καλά και, να, που με μια κραυγή τα πόδια σηκώνονται προς τα πάνω.

     Ο κόσμος είναι χρωματιστός σαν το κουστούμι του γελωτοποιού, το γνωρίζω – και θα βρίσκονται πράγματι εκεί σίγουρα γυναίκες οι οποίες τυχαία έχουν βρεθεί σε σώμα ανδρός επειδή κατά τη διάρκεια της κύησης ο θεός των ορμονών πήρε έναν υπνάκο, και έχεις επίσης όντα, κάπου μεταξύ άντρα και γυναίκας, που με την εύθραυστη, ημιδιάφανη μορφή τους ξέρουν να μου απελευθερώσουν την οπτική μου ανάγκη για τον χωρίς άλλο γοητευτικό συνδυασμό ομορφιάς και ασθενικότητας, αλλά ένας τυπάκος που εθελοντικά κατέρχεται ένα σκαλοπάτι της δημιουργίας, όχι.


Μετάφραση από τα Ολλανδικά: Τρύφων Λιώτας
Λίγα λόγια για το βιβλίο και τον συγγραφέα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

O Isaak Cordal, γεννημένος το 1974 είναι Ισπανός καλλιτέχνης ο οποίος χρησιμοποιεί τη γλυπτική και τη φωτογραφία στο αστικό περιβάλλον. Ζει και εργάζεται σε Βρυξέλλες και Γαλικία. Τα θέματα που τον απασχολούν είναι η κοινωνική συμπεριφορά, η κλιματική αλλαγή, η γραφειοκρατία και η πολιτική ισχύς. Οι πιο διάσημες δουλειές του είναι το «Ταξίδι στη Ναντ», «Περιμένοντας την κλιματική αλλαγή», «Πολιτικοί συζητώντας την υπερθέρμανση του πλανήτη» και «Εκλείψεις τσιμέντου».
Σε μια συνέντευξή του το 2012 αναφέρει μεταξύ άλλων: «Η ματιά μας είναι τόσο πολύ εστιασμένη στα όμορφα, μεγάλα πράγματα, ενώ η πόλη έχει επίσης περιοχές που έχουν τη δυναμική να είναι όμορφες ή ήταν όμορφες στο παρελθόν και τις οποίες παραβλέπουμε. Βρίσκω πολύ ενδιαφέρον να ψάχνω για τέτοιες περιοχές και με μικρής κλίμακας παρεμβάσεις να διαμορφώνω μια διαφορετική ματιά πάνω στην συμπεριφορά μας ως κοινωνική μάζα».
Οι «Εκλείψεις τσιμέντου», η πιο γνωστή του δουλειά, αποτελείται από μικρά γλυπτά από τσιμέντο τα οποία τοποθετεί και φωτογραφίζει σε αστικά περιβάλλοντα. Τοποθετεί τα μικρά αυτά γλυπτά (15 εκ.) στις πιο περίεργες θέσεις: λεωφορεία, γωνίες σπιτιών, λούκια πολυκατοικιών. Λόγω του μικρού μεγέθους τους απαιτείται μεγάλη προσοχή για να μπορέσει κάποιος να τα ανακαλύψει. Έργα του έχει «αφήσει» σε διάφορες πόλεις όπως Βρυξέλες, Λονδίνο, Βερολίνο, Ζάγκρεμπ, Ναντ, Σαν Χοσέ, Μπαρτσελόνα, Βιέννη, Μάλμο, Παρίσι, Μιλάνο και Μπογκοτά. Πρόκειται για κριτικές ματιές πάνω στην ιδέα της προόδου, της ανθρώπινης δυστυχίας, της κλιματικής αλλαγής και της σταδιακής υποβάθμισης της ύπαρξής μας.
«Δεν τα αφήνω στο δρόμο για να τα πάρουν οι άνθρωποι», μας λέει σε μια άλλη συνέντευξή του. «Η τέχνη του δρόμου είναι για όλους και όχι για έναν άνθρωπο» αλλά είναι ρεαλιστής για την πιθανότητα της καταστροφής ή της κλοπής των έργων του: «Από τη στιγμή που η τέχνη γίνεται μέρος του δημόσιου χώρου, μια από τις πιθανότητες είναι ότι το έργο θα εξαφανιστεί. Στην πραγματικότητα, τα περισσότερα από τα έργα μου εξαφανίζονται πολύ γρήγορα. Οι κύριοι εξολοθρευτές είναι οι υπηρεσίες καθαρισμού».
Η μαγεία της τέχνης του οφείλεται σε διάφορους παράγοντες: είναι μικρά, τόσο κοινά, τόσο ευάλωτα, τοποθετημένα σε κοινούς ασήμαντους χώρους. Μικρά θνητά ανθρωπάκια με κουστούμια ή παλτά, όρθια ή καθισμένα συνήθως αναπαριστούν μια ανθρώπινη τραγωδία τόσο κοινή όσο και η σκόνη στους δρόμους. Αυτά τα μικρά ανθρωπάκια είμαστε εμείς. Εφήμεροι και ασήμαντοι που γινόμαστε ακόμα πιο μικροί από το μέγεθος της πόλης – σύμπαντος. Με μια λυπητερή σιωπή που αποτελεί μέρος της Κραυγής της ανθρώπινης καρδιάς, μπορούν να πουν τόσα πολλά. 
 Η σελίδα του στο facebook , περισσότερες φωτογραφίες στο flicr και στην προσωπική του σελίδα. Μπορείτε ακόμα να δείτε διάφορες εκθέσεις του σε μορφή βίντεο: «Το Σχολείο», «Εκλείψεις Τσιμέντου» καθώς και άλλες στο λογαριασμό του vimeo
 
Δημοσιεύτηκε στον Τοίχο

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017



     Δεν υπάρχει άλλη ιδιοσυγκρασία τόσο ξεζουμισμένη από τη λογοτεχνία και την ιστορία της τέχνης όσο η μελαγχολία. Συχνά γεμίζει, τα διαδοχικά ρεύματα της κουλτούρας, με νέο αέρα για να χρησιμοποιηθεί για πολλοστή φορά ως σφουγγάρι. Ηπατική πάθηση, Weltschmerz* , κατάθλιψη. Spleen** ,  νοσταλγία, ρομαντισμός. Empfindsamkeit*** . Νεύρωση.
   Είχε να κάνει με το φεγγάρι. Με τον διπλασιασμό του ναρκισσιστή και την αυτο-απαλλοτρίωση του υπνοβάτη. Ήταν ο πελεκάνος που τσιμπούσε το στήθος του και το στρείδι που έκρυβε μέσα του το μαργαριτάρι. Ήταν το καταστροφικό αβγό πάνω στο οποίο μάταια και αιωνίως κλωσούσαν, ήταν η άγνωστη ακόμα κλίμακα μέτρησης.
     Μερικές φορές την θεωρείς ως την απαραίτητη προϋπόθεση της τέχνης, άλλοτε πάλι επιδέχεται κριτική από τους σατυρικούς και τους κυνικούς επειδή βρίσκεται σε αντιπαράθεση με την δημιουργική δύναμη. Μερικές φορές μοιάζει να έρχεται από μέσα προς τα έξω, σαν κάτι έμφυτο – σε μια άλλη περίοδο πολιτισμού σχημάτιζε πάλι ένα φαινομενικά από τον έξω κόσμο κάλεσμα αντίδρασης. Ήταν το κέντρο μιας λατρείας, και ο κατ' εξοχήν εχθρός. Η μούσα και ο δολοφόνος. Η πηγή της απόλαυσης, και αυτό που αντιθέτως παρέλυε τα πάντα.
     Η μελαγχολία παραμένει ο σταθερός σύντροφος της διάνοιας. Ήταν η ιδιοσυγκρασία αυτών που σκεφτόντουσαν, πάνω και έξω από τον απλό λαό. Η μελαγχολία ήταν όλα όσα ήταν ασυνήθιστα. Όσο μεγαλύτερη η ευφυΐα, τόσο μεγαλύτερη η διορατικότητα και η κατήφεια αυτής της διορατικότητας. Ο κόσμος δεν απαντούσε στις προσδοκίες και από εκεί απέρρεε η ειρωνική στάση. Ποτέ δεν υπήρξε μελαγχολία χωρίς ειρωνεία. Η μελαγχολία ήταν το παράλογο που παρήγαγε η λογική.
     Όπως η ειρωνεία είναι το παιδί της μελαγχολίας, έτσι είναι η ειρωνεία η μητέρα του πειράματος.
    Αυτό σήμαινε, αυτόν τον αιώνα, ότι η τέχνη χαλάρωσε τη σχέση της με το διήγημα. Δεν ταυτιζόταν πια με τον φυσικό μας χώρο και τη χρονολογία μας. Καμβάδες και κείμενα άρχισαν ολοένα και περισσότερο να μιλάνε για τον εαυτό τους. Προέκυψαν κείμενα πάνω στο κείμενο ή ζωγραφιές γεμάτες εσωτερικά πλαίσια (“αναφορές”). Η προέλευση του μοντερνισμού.
     Ένα προς ένα αποτελέσματα από τη φωτεινή και τη σκοτεινή πλευρά της μελαγχολίας στην τελική της μεταμόρφωση. Αδιέξοδα όλα τους. Η ειρωνεία οδηγεί σε συλλογικές νευρώσεις και αιματοχυσίες., ο μοντερνισμός σε ενδοσκόπηση και στείρωση. Η μελαγχολία χάνει τη δύναμή της. Αν μιλάμε ακόμη για μελαγχολία τότε εννοούμε ένα τεχνητό χειροκρότημα με συναισθηματισμό και κροκοδείλια δάκρυα.
     Μια καινούργια αναγέννηση δεν προβλέπεται, τώρα που τόσο η ειρωνεία όσο και ο μοντερνισμός έχουν παραταθεί ως τις έσχατες επιπτώσεις τους. Και αυτό όχι μόνο μέσω της λογοτεχνίας και της ιστορίας της τέχνης. Έχουν υπάρξει τόσα πολλά κύματα μελαγχολίας, και τόσα πολλά κύματα που πήγαν ενάντια σ' αυτά, που η μελαγχολία έγινε ένα μουσειακό έκθεμα, ένα αξιοθέατο περασμένων εποχών. Κανένας μας δεν μπορεί πια να εργαστεί μ' αυτήν, όπως δεν χτίζουμε πια πυραμίδες, δεν αναλαμβάνουμε πια σταυροφορίες, δεν ταξιδεύουμε πια με ατμόπλοια στις Ινδίες ή δεν δίνουμε πια τις μάχες μας στα χαρακώματα.
________________________________________
  *[ΣτΜ] (γερ.) Κυριολεκτικά ο πόνος του κόσμου. Όρος που σημαίνει τον ψυχολογικό πόνο της λύπης που προέρχεται από την συνειδητοποίηση των αδυναμιών κάποιου λόγω της ακαταλληλότητας ή της σκληρότητας του κόσμου (φυσικών και κοινωνικών συνθηκών).
  **[ΣτΜ] (γαλ.) μελαγχολία (βλ. Μπωντλαίρ).
  ***[ΣτΜ] (γερ.) λογοτεχνικό είδος: συναισθηματισμός.


Μετάφραση από τα Ολλανδικά: Τρύφων Λιώτας
Λίγα λόγια για το βιβλίο και τον συγγραφέα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.


Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017



 

Τρύφων Λιώτας
Πρόκειται για μια ελληνική ταινία μικρού μήκους με τίτλο Άσπρο Περιλαίμιο (White Collar, 2016, GR) η οποία έχει κερδίσει ήδη βραβεία στο εξωτερικό. 
Συγκεκριμένα η ταινία απέσπασε ειδική μνεία σεναρίου στο Artfools Video Festival και το δεύτερο βραβείο ξένης ταινίας στο Sand Dune International Short Film Festival. 
Η σκηνοθέτης είναι η Ναταλία Λαμπροπούλου και ο σεναριογράφος – παραγωγός ο Σωτήρης Πετρίδης. 
Είναι μια απόδειξη ότι στην Ελλάδα της κρίσης συνεχίζεται να παράγεται πολιτισμός και τέχνη. Το ότι δεν το βλέπουμε οφείλεται πολύ απλά στο γεγονός ότι δεν προβάλλεται από πουθενά. 
Αυτό δεν πρέπει να μας φαίνεται περίεργο γιατί ο πολιτισμός πάντοτε επιδρά τροποποιώντας και ανατρέποντας τις σταθερές του βίου: κράτος, θρησκεία και κοινωνία - αναλόγως βεβαίως με το βαθμό ένταξής του στις επιδιώξεις τους και της αξιοποιήσεώς του απ’ αυτές. 
Είναι ο κριτής τους. Και φυσικά ούτε στο κράτος, ούτε στην κοινωνία αρέσει η κριτική. Η ταινία και το μήνυμά της είναι σαφώς καλύτερα από τον πολυδιαφημισμένο «Αστακό», ο οποίος προβλήθηκε σε αίθουσες, τόνοι χαρτιού ξοδεύτηκαν σε κριτικές και διθυράμβους, κόστισε πολύ περισσότερο και θεοποίησε ηθοποιούς και σκηνοθέτες. 
Και αναφέρω τον «Αστακό» γιατί υπάρχουν οι ομοιότητες της ελληνικής παραγωγής και σκηνοθεσίας καθώς και των σεναρίων επιστημονικής φαντασίας και δυστοπίας. 
Σε ένα δυστοπικό μέλλον, όχι και τόσο διαφορετικό από τη σημερινή κοινωνία, οι πολίτες είναι διατεθειμένοι να κάνουν το οτιδήποτε για την εύρεση εργασίας. Συγκεκριμένα παίζουν ρωσική ρουλέτα για να κερδίσουν την πολυπόθητη θέση. Η μόνη διαφορά με τη σημερινή κοινωνία είναι στις σφαίρες. 
Σήμερα το ρόλο των σφαιρών παίζουν οι αυτοκτονίες, η μεγάλη ανεργία, η μετανάστευση, η πείνα, η αδυναμία να δημιουργήσεις στα πιο δημιουργικά σου χρόνια νιώθοντας άχρηστος, η κατάθλιψη κοκ. 
Όλα αυτά γίνονται, όπως και στην ταινία, στο όνομα του κέρδους και της «ανάπτυξης». Που για να έρθει πρέπει να γίνουμε ανταγωνιστικοί δηλαδή να υπάρχει ανεργία, φτωχοποίηση και εξαθλίωση μέσω χαμηλών ημερομίσθιων ώστε να προσελκυσθούν επενδυτές για να πάρει «μπρος» η οικονομία. 
Τι είναι μερικοί θάνατοι μπροστά σε τέτοια μεγαλεία; 
Δεν είναι κακό, τουναντίον, μερικές «σφαίρες» (αυτοκτονίες και μετανάστευση) δρουν θαυματουργά: μειώνουν την ανεργία… 
Στο μόνο σημείο που υπάρχει διαφορά με τη σημερινή κοινωνία είναι οι θέσεις εργασίας: στο μέλλον παλεύουν για μια θέση σε τράπεζα αλλά στο παρόν οι σφαίρες πέφτουν για μια αξιοσέβαστη θέση σερβιτόρου, ντελιβερά ή το πολύ υπαλλήλου σε σουπερμάρκετ. 

Η ιστοσελίδα της ταινίας εδώ
Η ταινία εδώ.
 
Δημοσιεύτηκε στον Τοίχο

Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017



Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005)






Ένα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια φραντζόλα ζεστό ψωμί,

είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό,

ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι

έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω,

όμως και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος.

κι αυτή μ᾿ ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε

κομμάτια γνήσιο ο υ ρ α ν ό

κι όλοι τώρα τρέχαν σ᾿ αυτή, λίγοι πηγαίναν στο ψωμί,

όλοι τρέχανε στον μικρόν άγγελο που μοίραζε ουρανό!

Ας μην το κρύβουμε.

Διψάμε για ουρανό.



(Από τη συλλογή Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο, 1958)

Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017




     Όποιος επιδιώκει την εξουσία θέλει να τον βρίσκουν συμπαθητικό. Θέλει να μιλά ο λαός γι' αυτόν γεμάτος εκτίμηση και να τον κοιτά με θαυμασμό. Λαχταρά χτυπήματα στην πλάτη και ζητωκραυγές όταν θα βγαίνει από τη λιμουζίνα του. Έχει τις καλύτερες προθέσεις για τους ανθρώπους.
     Σε αντίθεση με την κοινή γνώμη, που θέλει όλους τους ισχυρούς και τους πεινασμένους για εξουσία να είναι κακοί τύποι, με κυνικό πνεύμα και μια καταστροφική διάθεση, εγώ τους θεωρώ εξ ορισμού εξαιρετικά πλάσματα. Είναι ακριβώς η καλοσύνη τους που τους έχει κάνει τόσο κακούς και καταστρεπτικούς.
     Διότι να πως έχουν τα πράγματα: ας υποθέσουμε ότι είσαι δήμαρχος σ' ένα χωριό όπου κάθε μέρα δεκάδες βυτιοφόρα με βενζίνη και δηλητηριώδεις ουσίες διασχίζουν την κεντρική οδό μουγκρίζοντας. Αργά η γρήγορα θα πρέπει να συμβεί ένα ατύχημα, με όλες τις καταστροφικές του συνέπειες. Κατανοείς, κάτω από το πρίσμα της υπευθυνότητας σου και της ανεξέλεγκτης αγάπης σου για τον πληθυσμό, ότι πρέπει να παρθούν μέτρα: μια παράκαμψη, μια απαγόρευση κυκλοφορίας, ένας καινούργιος περιφερειακός, και ό,τι άλλο – με την προϋπόθεση ότι πρέπει να τραβηχτεί μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην επικίνδυνη μεταφορά και την αστική περιοχή. Τάσσεσαι νέτα σκέτα με όλους τους διαμαρτυρόμενους χωριάτες και προειδοποιείς την ανώτερη κυβέρνηση για οικονομικές επιδοτήσεις και βιασύνη. Παίρνεις τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Είσαι σε τοπικό επίπεδο το αντηχείο της προόδου. Εκπροσωπείς, συνοψίζοντας τα πιο σημαντικά για το χωριό σου, την εγγύηση για ειρήνη και ασφάλεια.
     Η λάμψη του ρόλου σου αρχίζει να ξεθωριάζει μόλις ο περιφερειακός – ή ο παρακαμπτήριος, ή η απαγόρευση της κυκλοφορίας – πραγματοποιηθεί. Οι άνθρωποι είναι τρομεροί ξεχασιάρηδες. Οι χωριανοί σου, τα αχάριστα σκυλιά, θα αρχίσουν ακόμα και να νομίζουν ότι είχαν δικαίωμα να μην πεταχτεί κανένα εκρηκτικό βαρέλι στις προσόψεις των σπιτιών τους. Δεν το βλέπουν πια ως ένα δικό σου δώρο, του δημάρχου.
     Δεν πρόκειται ποτέ ξανά να συμβεί κανένα ατύχημα. Επομένως δεν θα έχουν επίσης ποτέ την ευκαιρία να σου είναι ευγνώμονες. Ποτέ ξανά, - μέσω μιας μεγαλειώδους έκρηξης με πολλούς νεκρούς και μιας ποσότητας τραυματιών που κόβει ακόμη περισσότερο την ανάσα – δεν θα μπορούσαν να είναι σε θέση να παρέχουν αποδείξεις της γενναιοδωρίας σου.
     Όποιος θέλει να κάνει το καλό στην πολιτική (και πως αλλιώς θα μπορούσες να φτάσεις εκεί τόσο ψηλά) έχει όφελος από την καταστροφή. Ένας τέτοιος δεν θέλει να αποκλείσει μια καταστροφή εκ των προτέρων. Θα σηκώσει, όσο αναφορά αυτήν, τα μανίκια του αντιθέτως για να δημιουργηθούν οι συνθήκες αυτές. Έτσι που και που εξυπηρετεί να θυσιάζει κάποιον, ούτως ώστε  να μπορούν οι άλλοι να ξαναπούν: «Κοίτα, αυτός είναι ο άνθρωπος που έσωσε τις ζωές μας».
     Υπόθεσε, ότι ζεις σε μια χώρα που ο δήμαρχος εκλέγεται. Στον πιο μικρούτσικο δήμο. Αυτός ο δήμος δεν έχει δικό του νεκροταφείο. Υπόσχεσαι στον πληθυσμό ότι θα έχει την μεγαλύτερη περηφάνια για την κατοχή του – μόλις θα έχεις την εξουσία να το θέσεις επί τάπητος. Το βομβαρδίζεις ως το κυριότερο σημείο του προγράμματός σου. Αλλά κατά τη διάρκεια της προεκλογικής σου εκστρατείας δεν θέλει κανένας από τους χωριανούς να πεθάνει. Εδώ και εκεί ακούς ακόμη και να μουρμουράνε: “Γιατί στο καλό να χρειαζόμαστε ένα νεκροταφείο;”
     Στον περίγυρό σου δεν υπάρχει ούτε ένας που να έχει κάποια ανησυχητική ασθένεια. Η κριτική στο ουμανιστικό προεκλογικό σου σλόγκαν αυξάνει. Καμιά έξαρση γρίπης δεν παρατηρείται. Καμιά φουσκάλα για να σου αναπτερώσει τις ελπίδες. Δεν θα ερχόσουν τότε πραγματικά στον πειρασμό, αν η εξουσία σού είναι αγαπητή, εδώ και εκεί να χαλαρώσεις ένα πλακάκι από το πεζοδρόμιο, να λερώσεις ένα σηματοδότη, ή να οργανώσεις έναν αγώνα μετ' εμποδίων για ηλικιωμένους; Έτσι ώστε εγκαίρως να έχεις ένα θύμα, μετά το οποίο όλοι θα συνειδητοποιήσουν την ύψιστη ανάγκη του νεκροταφείου σου και σε ανακηρύξουν ως τον άνθρωπο που ξέρει τι επιθυμεί ο λαός;
     Δείξε συμπόνοια στους ισχυρούς και στους παθιασμένους για την εξουσία. Τους κοστίζει τόσο πολύ κόπο να πείσουν για την καλοσύνη τους ένα διαρκώς έτοιμο για υποψίες κοινό. Έφερα δύο παραδείγματα σε τοπικό επίπεδο. Αναφερόμουν στη φροντίδα των άχρηστων ηγεμονίσκων. Και σε διεθνές επίπεδο επίσης...


Μετάφραση από τα Ολλανδικά: Τρύφων Λιώτας
Λίγα λόγια για το βιβλίο και τον συγγραφέα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

 Μάνος Χατζιδάκις (1925 - 1994)


Από τα Σχόλια του Τρίτου
[Β.9] Το πρόσωπο του τέρατος και ο φόβος μήπως το συνηθίσουμε.

Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Και ή πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει ή ομορφιά.
Ο Φρανκενστάιν έγινε πόστερ και στολίζει το δωμάτιο ενός όμορφου αγοριού. Το αγόρι Ονομάζεται Πινοσέτ ή Βιντέλλα, κι ολομόναχο χορεύει με πάθος ένα ταγκό ελλειπτικό. Δεν υπάρχει Μουσική, ούτε τραγουδιστής από κοντά. Μονάχα ένας ρυθμός ατέλειωτος και αριθμοί. Χίλιοι, πεντακόσιοι, πέντε χιλιάδες, δέκα, εκατό χιλιάδες, αριθμοί όχι εντελώς αποσαφηνισμένοι των εξαφανισθέντων, βασανισθέντων και νεκρών. Και το ταγκό να συνεχίζεται, το δε ποδόσφαιρο στις φάσεις του, να κόβει την αναπνοή εκατομμυρίων θεατών επί της Γης. Εκατομμύρια περισσότεροι απ’ όσους εννοούνε ν’ αντιδράσουνε στο τέρας, και εξαφανίζονται μες σε χαντάκια, σε ρεματιές ή στις αγροτικές ερημιές.
Από την ώρα πού ο Φρανκενστάιν γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, ο κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένιση του. Γιατί δεν είναι πού σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται
Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, απ’ το μυαλό της κότας. Απ’ το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ’ ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ’ ένα ζώο δυνατό πού βρυχάται. Τι να τους πω και πώς να τους το πω; Και μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τις σκέψεις μου, κάτω από φράσεις απλοϊκές και ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μιας κότας, πού όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί;
Η υποταγή ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πώς πρέπει, του πώς οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε; Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε. Και ή ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοήθα να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, πού προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά.
Το τέρας σχηματίζεται από τα ζώα κι απ’ τους εχθρούς. Κι ο εχθρός γεννιέται, δεν γίνεται. Μας παρακολουθεί απ’ το σχολείο, σαν ήμασταν παιδιά, κι επιζητεί τον εξαφανισμό μας. 
Θα σας θυμίσω μια συνομιλία τότε, μέσα στη τάξη του σχολείου. Με πλησιάζει ένας ψηλός συμμαθητής, μ’ ένα δυσάρεστο έκζεμα στο δέρμα του προσώπου του, στραβή τη μύτη και ξεθωριασμένα τα μαλλιά του, ακατάστατα. Ήταν ή πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς.
- Πως λέγεσαι, ρωτάει, ενώ πλάι του είχαν σταθεί αμίλητοι δυο άλλοι, δικοί του φίλοι.
- Βασίλης, του απαντώ.
- Και που μένεις, εκείνος εξακολουθεί.
- Πάνω στο λόφο, του λέω καί τόν κοιτώ στα μάτια. 
Εκείνος χαμογέλασε κι άφησε να φανούν τα χαλασμένα δόντια του. Μου λέει:
- Εγώ μένω στην απέναντι όχθη. Είσαι λοιπόν εχθρός. Και μου δίνει μια στο κεφάλι με το χέρι του, πού με πονάει ακόμα τώρα σαν το θυμηθώ. Τον κοιτάζω έτοιμος να κλάψω. Μα συγκρατιέμαι. Αυτός σκάει στα γέλια και χάνεται. Προς το παρόν. Γιατί θα τον ξαναδώ: Εισπράκτορα, εκπαιδευτή στο στρατό, τηλεγραφητή, κλητήρα στο υπουργείο, αστυνόμο, μουσικό στην ορχήστρα, παπά στην ενορία, συγκάτοικο στην πολυκατοικία, γιατρό σε κρατικό νοσοκομείο και τέλος νεκροθάφτη, όταν πετύχει να με θάψει.

Ή μορφή του τέρατος είναι πολύχρωμη. Χιλιάδες φωτεινές επιγραφές με άθλια ονόματα καλλιτεχνών, συλλόγων και εταιριών αυτοκινήτων, στοιβάζονται στην οπτική περιοχή των περαστικών, πού επιζητούν να σπάσουν τα πολύχρωμα λαμπιόνια για να μπουν μέσα να προφυλλαχτούν από τις πόρνες, τα νοσοκομειακά αυτοκίνητα και τις για πάντα ασύλληπτες υπερηχητικές μοτοσυκλέτες. Προχτές, έτσι για κέφι, αναποδογύρισα μια λεωφόρο ασφαλτοστρωμένη, και την είδα πάνω μου, να ξετυλίγεται επικίνδυνα προς την απόλυτη ερημιά της θάλασσας. Ζήτησα να επανέλθω στη ορθία μου στάση, επί της λεωφόρου, αλλά είχε ξημερώσει στο μεταξύ και η εφαρμογή του Οδικού μας Κώδικα δεν μου επέτρεπε την επαναφορά της λεωφόρου στην αρχική της θέση. Έτσι, η μεν λεωφόρος παρέμεινε μετέωρος, κι εγώ, επέστρεψα στο σπίτι μου πεζή.
Το τέρας είχε αρχίσει να κυκλοφορεί. Οι οδοκαθαριστές άρχιζαν την παράσταση τους με Σαίξπηρ, Σίλλερ και Αισχύλο, μια και ανήκουν δικαιωματικά στο υπουργείο Πολιτισμού. Χορός από τραβεστί, ψάλλει τα χορικά του Θεοδωράκη και αποσύρεται εις τας μικράς οδούς, χορεύοντας συρτάκι. Τουρίστες Γάλλοι, Άγγλοι κι Ελβετοί παρακολουθούν κι ανατριχιάζουν μπρος σ’ αυτό το παραδοσιακό μας μεγαλείο. Και τρέχουνε στις Τράπεζες ν’ αλλάξουνε συνάλλαγμα. Το τέρας γίνεται γελοίο και κυκλοφορεί ανενόχλητο από Ωδείο σε Ωδείο. Ή κλασική μας Μουσική γίνεται Μαγειρείο. Κι όλος ο κόσμος απαιτεί επιδόματα ειδικά από το Δημόσιο Ταμείο.
Το ερώτημα περνάει απ’ τις ηλεκτρικές εφημερίδες της κεντρικής πλατείας. Πώς θ’ αντιδράσουμε και πώς δε θα συμβιβαστούμε με το τέρας;
Θυμάστε τι έγινε στην «Ερωφίλη», από την προηγούμενη φορά. Ο κόσμος της είχε για βασικές αξίες, το ήθος, την αλήθεια και την ομορφιά. Κι έτσι, όταν παρουσιαζότανε η μορφή ενός τέρατος, αναστάτωνε το κοινό αίσθημα, εκ βαθέων, και προκαλούσε απρόσμενη, άμεση και καθοριστική αντίδραση. Μόλις ο Βασιλιάς έβγαλε τον μανδύα του μεγαλείου του και το προσωπείο του αγαθού αρχηγού πατέρα, κι εφάνη στο πρόσωπο του η μορφή του τέρατος, με τον διαμελισμό του Πανάρετου, ο Χορός, από γυναίκες, ορμά πάνω του, τον ποδοπατά, τον θανατώνει και τον εξαφανίζει.
Αυτό σημαίνει πώς ο χορός των γυναικών αυτών, και δεν φοβήθηκε, αλλά και πώς δεν θα μπορούσε ποτέ να μοιάσει με το πρόσωπο του τέρατος.

(Κυριακή, 30.7.1978)

Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017


Τρύφων Λιώτας
Ο "Υπέροχος" (Marvellous, 2014, UK) είναι μια ταινία που έγινε για την αγγλική τηλεόραση και ο τίτλος της δεν είναι αρκετός για να την περιγράψει. Είναι μια ταινία που θα σας κάνει να γελάσετε, να κλάψετε και μάλιστα πολλές φορές ταυτόχρονα. Δεν πρόκειται να λαθέψετε σε όποιον και αν την προτείνετε.
Είναι η πραγματική ιστορία - βιογραφία του Neil Baldwin, ενός αθώου, αφελή, μικρόσωμου τύπου με δυσκολίες μάθησης, που όμως είναι οπλισμένος με άλλα χαρίσματα: θετικισμό, μια ασυνήθιστη αγάπη για τη ζωή και τις ανεξάντλητες δυνατότητες που αυτή μπορεί να προσφέρει, μια δυνατότητα να τελειώνει τη συζήτηση με φαινομενικώς ανακολουθίες, αλλά πάντα λογικές, αφήνοντας τους συνομιλητές του άφωνους, μια ατρόμητη προσωπικότητα και ένα αδάμαστο πνεύμα. Ζει την ημέρα χωρίς να σκέφτεται το αύριο, αφού το πιο σημαντικό γι’ αυτόν είναι να είσαι ευτυχισμένος («πάντα ήθελα να είμαι ευτυχισμένος, έτσι αποφάσισα να είμαι»), παίρνοντας πάντα αυτό που θέλει, απλά ζητώντας το: «Θα με πας ως εκεί; Μα δεν είναι ο δρόμος μου! Είναι, αν πας από εκεί για να μ’ αφήσεις». Δεν αφήνει τις αρνητικές κριτικές των άλλων ή τους περιορισμούς που του έχει θέσει η φύση να του χαλάσουν τις επιθυμίες και τα όνειρά του ή να μην αξιοποιήσει την όποια ευκαιρία του παρουσιάζεται. Το αποτέλεσμα είναι απίστευτο ταξίδι μέσα σε μια πιο γεμάτη, πιο ενδιαφέρουσα και πιο ολοκληρωμένη ζωή από αυτήν που έχουμε οι περισσότεροι από εμάς.
Κλόουν για να κάνει τους άλλους να γελάνε, αυτοδιορισμένος για την υποδοχή των νέων φοιτητών στο πανεπιστήμιο γιατί «είναι καλό να είσαι ευγενικός με τους ανθρώπους», υπεύθυνος ατομικών ειδών των ποδοσφαιριστών της αγαπημένης του ποδοσφαιρικής ομάδας, διευθυντής της δικιάς του ποδοσφαιρικής ομάδας, γνωστός και φίλος με διασημότητες μεταξύ άλλων, με μέλη του κοινοβουλίου, προπονητές, ποδοσφαιριστές, διαιτητές και αρχιεπισκόπους.
Ο ηθοποιός (Toby Jones) που τον προσωποποιεί είναι εκπληκτικός όπως και οι υπόλοιποι ηθοποιοί. Η ιδέα του σκηνοθέτη να παρουσιάζει τον πραγματικό Neil, όπως και άλλες γνωστές προσωπικότητες σε διάφορες στιγμές του έργου είναι μοναδική αλλά και απαραίτητη γιατί οι ιστορίες είναι τόσο απίστευτες που πρέπει να υπενθυμίζεται με μικρά ιντερλούδια και στιγμιότυπα ότι είναι και πραγματικές. Μπορείτε να την δείτε εδώ.
Πρόκειται για μια ταινία όπου υμνείται η ατομικότητα του ανθρώπου. Ο σκοπός του ανθρώπου πρέπει να είναι η μεγαλύτερη δυνατή και πιο αρμονική ανάπτυξη σε ένα ολοκληρωμένο και συνεκτικό σύνολο. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται προσπάθεια ενώ προϋποθέτει ελευθερία αλλά και ποικιλία καταστάσεων. Μέσα από τις δικές του αποφάσεις και πράξεις θα αναπτυχθεί. Αυτό με τη σειρά του θα οδηγήσει σε αυτό που αποκαλούμε «αυθεντικότητα της προσωπικότητας». Η αντίληψη, η κρίση, η διάκριση, η πνευματική λειτουργία και η ηθική προτίμηση είναι ικανότητες που αναπτύσσονται με την επιλογή. Μια επιλογή ελεύθερη και όχι βασισμένη σε έθιμα και συνήθειες ακόμα κι αν αυτές είναι σωστές. Το ηθικό και το πνευματικό είναι όπως οι μυείς: γυμνάζονται όταν χρησιμοποιούνται. Όποιος επαφίεται στην υποταγή και στην καθοδήγηση από αυθεντίες ή από γνώμες και από συνήθειες των πολλών δεν χρειάζεται να έχει άλλη ικανότητα από αυτήν του πιθήκου, δηλαδή τη μίμηση.
Δυστυχώς οι άνθρωποι πια δε ρωτάνε: «τι προτιμώ;» ή «τι ταιριάζει στη φύση μου;» ή «τι θα επιτρέψει το καλό και το υψηλό μέσα μου να μεγαλώσει και να ευδοκιμήσει;». Συνήθως ρωτάνε: «τι ταιριάζει στη θέση μου;» ή «τι θα έκαναν συνήθως οι άνθρωποι στη θέση μου;» ή ακόμα χειρότερα, «τι θα έκαναν άνθρωποι με θέση ανώτερη από τη δική μου;». Ούτε που τους περνά από το μυαλό να έχουν κάποια δικιά τους κλίση εκτός από αυτό που είναι συνηθισμένο. Έτσι το πνεύμα δαμάζεται και μπαίνει μόνο του κάτω από το ζυγό. Ακόμα και στις απολαύσεις τους απλά ακολουθούν ότι γίνεται από τους πολλούς. Περιορίζουν την εξάσκηση της επιλογής τους στα συνηθισμένα. Η ιδιαιτερότητα στο γούστο και η εκκεντρικότητα στη συμπεριφορά λοιδορούνται για να μην πω ότι αποφεύγονται σαν εγκλήματα: γιατί υπάρχει ηθική μομφή σε προτάσεις όπως: «κάνει αυτό που κανείς δεν κάνει» ή «δεν κάνει αυτό που κάνουν όλοι». Και αν βρεθεί κάποιος άμοιρος πολύ εκκεντρικός τότε από γραφικός γίνεται τρελός. Και όμως, υπάρχουν διαφορές μεταξύ των ανθρώπων στις πηγές ευχαρίστησης, στην ευαισθησία του πόνου, στις φυσικές και ηθικές δράσεις που αν δεν υπάρχει μια ανάλογη διαφορά στους τρόπους ζωής τότε το άτομο δεν θα μπορέσει ούτε να ευτυχήσει, ούτε να αναπτύξει το πνευματικό, ηθικό και αισθητικό επίπεδο για το οποίο είναι ικανή η φύση του.
Ο ατομικός αυθορμητισμός δε θεωρείται ιδανικό, αντιθέτως οι πολλοί τον βλέπουν σαν προβληματικό ή ακόμη και ως κάτι το επαναστατικό. Μπορεί ο κόσμος να παραδέχεται ότι η κατανόηση πρέπει να έρχεται από εμάς αλλά δεν ισχύει το ίδιο για τις επιθυμίες μας και τις παρορμήσεις μας. Ο μέσος όρος της ανθρωπότητας δεν είναι μόνο μέτριος στη διάνοια είναι και στις παρορμήσεις: δεν έχουν γούστα και επιθυμίες να κάνουν κάτι ασυνήθιστο. Πολλοί δε, νομίζουν ότι οι δυνατές επιθυμίες και παρορμήσεις μπορεί να κάνουν κακό αλλά πλανιούνται: μόνο οι αδύναμες συνειδήσεις κάνουν κακό. Οι επιθυμίες και οι παρορμήσεις είναι ενέργεια και ναι μεν είναι δυνατόν να τις κατευθύνουμε με κακό σκοπό αλλά περισσότερο καλό θα γίνει από μια ενεργητική φύση απ’ ότι από μια νωθρή και παθητική. Αυτοί που έχουν τις δικές τους επιθυμίες και παρορμήσεις είναι οι μόνοι που έχουν αυτό που ονομάζουμε χαρακτήρα. Αν συνδυάζονται και με ισχυρή θέληση έχουμε την ολοκληρωμένη προσωπικότητα: «Υπάρχει μόνο ένας Neil Baldwin».
Τώρα ίσως να φαίνεται καλύτερα η αξία της ατομικότητας. Μόνο με την καλλιέργεια και την επίκλησή της μπορούν οι άνθρωποι να γίνουν ευγενείς (δηλ. να δείχνουν ποιότητα και υψηλές ηθικές αρχές και ιδανικά) ώστε να αποτελέσουν όμορφα αντικείμενα στοχασμού από τους υπόλοιπους. Έτσι ενισχύεται ο δεσμός που ενώνει το άτομο με την κοινωνία. Οι άλλοι μπορούν να μάθουν κάτι καινούργιο από αυτούς (είτε πρόκειται για μια καινούργια αλήθεια, είτε για το γκρέμισμα κάποιας παλιάς). Η αυθεντικότητα ανοίγει τα μάτια των άλλων: τους δίνουν το παράδειγμα καλύτερων πρακτικών και συμπεριφορών με τα διαφορετικά πειράματα των ζωών τους και τις διαφορετικές προσωπικότητες τους, και ταυτόχρονα καλύτερο νόημα και γεύση στη ζωή: είναι το αλάτι της γης. Ναι μεν γίνεται το ίδιο το άτομο πιο ευτυχισμένο αλλά κάνοντας τη ζωή πιο πλούσια, κάνει και τους άλλους πιο ευτυχισμένους. Εξάλλου το άτομο με το να γίνεται πιο χρήσιμο για τον εαυτό του γίνεται παράλληλα και για τους άλλους. Ο διάσημος προπονητής της ομάδας που δούλευε ο Neil του είπε: «Κάποτε με ρώτησες ποια είναι η καλύτερη μεταγραφή που έκανα. Λοιπόν, εσύ ήσουν… με μεγάλη διαφορά.»
Οι μάζες και οι κυβερνήσεις είναι μια συλλογική μετριότητα. Η εισαγωγή όλων των σοφών και άξιων πραγμάτων γίνεται μόνο από τα άτομα. Αυτό πρέπει να το θυμόμαστε ειδικά σε μια εποχή που υπάρχει μια γενικευμένη τάση για αύξηση της ρύθμισης συμπεριφοράς και αποθάρρυνση ακροτήτων. Σε αυτό μπορούμε να προσθέσουμε και ένα ρεύμα «φιλανθρωπίας» για μια «ηθική και σεμνότυφη καλυτέρευση» των συνανθρώπων μας. Όλα αυτά οδηγούν τους ανθρώπους στο να μην επιθυμούν τίποτα ισχυρά. Το ιδανικό του χαρακτήρα έχει ήδη γίνει: «να είσαι χωρίς ιδιαίτερο χαρακτήρα». Η τυραννία της άποψης που κυριαρχεί, συνθλίβει – σαν τυλιγμένο γυναικείο κινέζικο πόδι – κάθε μέρος της ανθρώπινης φύσης που εξέχει κάνοντας κάθε άτομο παρόμοιο με το άλλο, σύμφωνα με ένα κοινό αποδεκτό πρότυπο. Ο δεσποτισμός του συνηθισμένου έχει γίνει το κύριο εμπόδιο της ανθρώπινης εξέλιξης αφού το δίκαιο και το σωστό έφτασαν να σημαίνουν συμμόρφωση στη συνήθεια. Πλέον το παράδειγμα της μη συμμόρφωσης, η απλή άρνηση υποταγής στο σύνηθες είναι από μόνο του πολύτιμο. Μόνο η αγάπη για την ελευθερία είναι ανταγωνιστική στο συνηθισμένο.
Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε την εκπαίδευση που φέρνει τους ανθρώπους κάτω από τις ίδιες επιρροές – αλήθειες (δεν είναι τυχαίο για την ανάπτυξη του Neil ότι την απέφυγε) , την πρόοδο της επικοινωνίας που δίνει πρόσβαση στα ίδια συναισθήματα, το εμπόριο και την τεχνολογία που βοηθούν στο να έχουν όλοι τα ίδια αντικείμενα φιλοδοξίας και το κατεστημένο που ενισχύει την μετριότητα της κοινής γνώμης για καθαρά πρακτικούς – ψηφοθηρικούς λόγους, κατανοούμε την εχθρότητα των μαζών προς την ατομικότητα. Μολαταύτα, αν είναι να σωθούμε, από αυτούς τους λίγους «γραφικούς» θα σωθούμε. 

Δημοσιευμένο στον Τοίχο.

Τρίτη, 9 Μαΐου 2017



     Πρέπει να είσαι τεμπέλης για να χαρείς την ζωή ολοκληρωτικά. Όχι – αυτό ακούγεται, όσες αντιφάσεις και αν μπορέσουμε να ανακαλύψουμε στα αισθήματα μας και στα κίνητρά μας, πάρα πολύ παράδοξο. Αυτή η διατύπωση προϋποθέτει μια δράση. Υπάρχει μία προστακτική στην πρόταση. Είναι μια τεμπέλικη διατύπωση.
     Όποιος είναι τεμπέλης χαίρεται τη ζωή. Αυτό ήδη ακούγεται καλύτερα. Η τεμπελιά δεν σε εξαναγκάζει, την έχουμε μέσα μας. Οι απολαύσεις δεν σε παραβιάζουν, μας συντροφεύουν από φυσικού, όπως οι μύγες την αγελάδα. Όποιος δεν είναι τεμπέλης δεν θα γίνει και ποτέ. Κρίμα, αλλά δεν χρειάζεται να απελπιστεί άμεσα. Υπάρχουν τόσα άλλα πράγματα – γενναιότητα, εργατικότητα και φήμη – στα οποία μπορεί κάποιος να βολέψει την εντύπωση της απόλαυσης.
     “Άλλοι άνθρωποι απλώς ζούνε, εγώ φυτοζωώ”, διαβάζουμε στον Cyril Conolly* . Εκεί εμπερικλείεται και ο οίκτος με τον καημένο ανήσυχο, που είναι σκλάβος της δραστηριότητάς του. Όλη η αθλιότητα στον κόσμο προέρχεται από το γεγονός ότι κάποιος δεν μπορεί απλά να κάτσει με τα χέρια του σταυρωμένα. Άλλη μία ρήση, αλλά είμαι πολύ τεμπέλης για να πω ποιανού είναι.
     Οι άνθρωποι πρέπει να ζούνε τόσο επιτακτικώς αναγκαία, και στο κυνήγι τους να κάνουν τους εαυτούς τους απαραίτητους ανακαλύπτουν ολόκληρη τη ζωή συνεχώς σε λάθος μέρος. Πρέπει να βρωμάνε, να μαχαιρώνουν, να εκδικούνται, να υφαρπάζουν, πρέπει να προσπερνάνε τον συνάνθρωπό τους, να ασθμαίνουν, να κυνηγούν, να είναι χρήσιμοι ή ενοχλητικοί, να πλάθουν άχρηστα προϊόντα και η πιεστική εικόνα από αιδοία και πυροβολαρχίες να μην βγαίνει ούτε για μια στιγμή απ' το μυαλό τους – αλλά ξεχνάνε ότι , αν ο Θεός υπάρχει, δεν χρειάζεται να κάνουν τίποτα περισσότερο από την συνεσταλμένη ανεμώνη η οποία, χωρίς να αναρωτιέται τίποτα, κλείνει ελαφρά την κεφαλή της στο μέρος του ήλιου για να γυρίσει μαζί του και μια ήρεμη νύχτα με φεγγάρι πεθαίνει.
     Η τεμπελιά δεν προσελκύει την προσοχή και δεν γνωρίζει τον εαυτό της. Ο άνθρωπος θα έπρεπε να ζει λίγο λιγότερο. Μέρες λήθης και ακινησίας σίγουρα δεν βοηθάνε το κόσμο να προοδεύσει αλλά, ω, τι όμορφο πράγμα που είναι η απραξία. Να μην έχεις όρεξη για τίποτα, να μην επιθυμείς τίποτα, να μην θέλεις να προσπαθείς – χωρίς αισθήματα ενοχής, χωρίς μεταμέλεια – δεν περνά ούτε ένα δευτερόλεπτο που να μην το λαχταρώ.
     Η επιθυμία μου για τεμπελιά είναι ήδη μια επιθυμία παραπάνω. Το κατανοώ. Συνεχίζει να αρρωσταίνει με την τεμπελιά. Μόνο σπάνια την απολαμβάνω στην ανώτατη μορφή της, που είναι μια μορφή χωρίς απόλαυση. Συνήθως μοιάζει λίγο με το να βολοδέρνεις άσκοπα, να περιπλανάσαι, να αναβάλεις τις δουλειές σου, να καθίζεις τον πισινό σου και να μην σκέφτεσαι τίποτα. Ο άνθρωπος είναι ένα ημιτελές πράγμα.
     Εκεί που θα έπρεπε να ξεκαρδίζεται από ευτυχία δεν μπορεί να πάει παραπέρα από τη λίγη ευθυμία, εκεί που θα έπρεπε να κλαίει με μαύρο δάκρυ μιξοκλαίγεται για μια στιγμή. Η τεμπελιά μου δεν είναι τίποτα περισσότερο από νωθρότητα. Αλλά τουλάχιστον γνωρίζω για τον εαυτό μου ότι προσπαθώ να φτάσω μια ανώτερη τεμπελιά – όχι, όχι, δεν προσπαθώ: ότι χωρίς να το ξέρω την λατρεύω σταθερά.
     Εντωμεταξύ πρέπει να δω πως θα ξεφύγω από την νωθρότητά μου. Δεν είμαι δυστυχισμένος μαζί της. Δεν νιώθω ένοχος αν παραμελήσω τα καθήκοντά μου. Δεν ντρέπομαι αν μείνω μια μέρα στο κρεβάτι ξαπλωμένος. Δεν γίνομαι ανήσυχος αν αναβάλω τη δουλειά μου ως την τελευταία στιγμή. Αυτό είναι ήδη ουκ ολίγο.
     Διότι ακριβώς αυτή η ενοχή, η ντροπή, η ανησυχία είναι που το κάνουν τόσο δύσκολο για πολλούς να μην κάνουν τίποτα. Η αλογόμυγα της φιλοδοξίας έχει φροντίσει για μεγάλα μυθιστορήματα, μεγάλες ανακαλύψεις, μεγάλους πολέμους. Αλλά το μεγαλύτερο μυθιστόρημα είναι αυτό που δεν έχει ακόμα αρχίσει, η πιο μεγάλη ανακάλυψη η αιώρα και ο πιο μεγάλος πόλεμος, ο πόλεμος που πρέπει να κάνουμε ενάντια στην ανίερη παρόρμηση να αφήσουμε το στρώμα μας και να ασχοληθούμε με κάποιον άλλο.

_____________________________
* Άγγλος συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας (1903-1974). Το πιο γνωστό του έργο είναι το “Εχθροί της Υπόσχεσης”, 1935.


Μετάφραση από τα Ολλανδικά: Τρύφων Λιώτας
Λίγα λόγια για το βιβλίο και τον συγγραφέα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ

Ads Place 970 X 90

ΒΙΒΛΙΟ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΔΙΑΔΥΚΤΙΟΓΡΑΦΟΙ

ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΑ